Οξυτενή κονδυλώματα (HPV) διάγνωση, θεραπεία, παρακολούθηση ανάλογα με τον τύπο του ιού.

Αποτελεί λοίμωξη από  κάποια είδη του ιού των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV) και προκαλούν κονδυλώματα που εντοπίζονται και  διασπείρονται σε περιοχές του σώματος με αυξημένη υγρασία, στους βλεννογόνους ενώ η μορφή τους μπορεί να διαφέρει στον κάθε ασθενή. Γενικά οι βλάβες παρουσιάζονται ως βλατίδες με ρόδινη ή λευκωπή χροιά, με λεία ή μυρμηγκιώδη επιφάνεια. Η θεραπεία είναι συχνά μακροχρόνια και οι μέθοδοι που κυρίως εφαρμόζονται είναι η κρυοθεραπεία, η ηλεκτροκαυτηρίαση, τα laser και η απόξεση καθώς επίσης και τοπικά  η χρήση κρεμών, διαλυμάτων ή γέλης. Θα πρέπει να σημειωθεί πως κάποια είδη κονδυλώματων μπορεί να οδηγήσουν στην εμφάνιση καρκίνου με πιο συχνή εστία τον τράχηλο της μήτρας για την πρόληψη του οποίου συνιστάται ο γυναικολογικός έλεγχος, η κολποσκόπηση και το τεστ Παπανικολάου, ακόμα και όταν δεν υπάρχουν εμφανείς βλάβες. Κάποιοι τύποι HPV μπορεί να προκαλέσουν καρκίνο στο στοματοφάρυγγα, στον πρωκτό, στο πέος. Πριν οπιαδήποτε θεραπεία εφαρμόζουμε την ταυτοποίηση του τύπου HPV ώστε να υπάρχει η αντίστοιχη παρακολούθηση.

 

Έρπης Γεννητικών Οργάνων

Αποτελεί λοίμωξη από τον ιό του απλού έρπητα και προκαλεί ανάπτυξη φυσαλίδων και ελκών στη γεννητική περιοχή. Ο ιός μεταδίδεται με την άμεση επαφή με τις βλάβες και μέσω των εκκρίσεων . Η κλινική εικόνα της νόσου κατά την πρωτοπαθή εκδήλωση αποτελείται από γενικά συμπτώματα όπως πυρετός, κακουχία και μυαλγίες και από τοπικά συμπτώματα όπως άλγος, κνησμός, δυσουρικά ενοχλήματα, έκκριμα από την περιοχή της βλάβης με τοπικές φυσαλίδες και εξελκώσεις καθώς και λεμφαδενοπάθεια στη βουβωνική χώρα. Κατά τις υποτροπές της νόσου τα συμπτώματα είναι ηπιότερα συνήθως μόνο τοπικά, ενώ πολλές φορές η υποτροπή κυρίως στις γυναίκες δεν γίνεται αντιληπτή από την ασθενή. Η διάγνωση της νόσου γίνεται απο άμεσο παρασκεύασμα  αν υπάρχουν ακόμα φυσαλίδες ή ένα μήνα μετά με αιματολογική εξεέταση. Η αντιϊική θεραπεία είναι κυριως συστηματική και συνιστάται τόσο στην πρωτοπαθή εκδήλωση της νόσου όσο και στις υποτροπές.

 

Γονοκοκκική  Λοίμωξη

Αποτελεί λοίμωξη του βακτηρίου Neisseria gonorrhea. Στο 90% των περιπτώσεων εμφανίζεται ως οξεία πυώδης έκκριση μπορεί όμως και να παραμείνει ασυμπτωματική. Το βακτήριο μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή (κολπική, πρωκτική ή στοματική), έχει χρόνο επώασης 2-14 ημέρες και τα κύρια συμπτώματα της νόσου αποτελούν το άφθονο πυώδες έκκριμα από το σημείο που έγινε η μόλυνση ,τα δυσουρικά ενοχλήματα και η περιφερική στην ευρύτερη περιοχή ενόχληση.  Οι επιπλοκές της νόσου είναι σπάνιες, χωρίζονται δε σε τοπικές (λεμφαγγειίτιδα, ορχίτιδα) και περιφερικές (διάχυτη γονοκοκκική λοίμωξη, σηπτική αρθρίτιδα, σηπτική δερματίτιδα). Η διάγνωση τίθεται με εργαστηριακές εξετάσεις και κυρίως με την καλλιέργεια δείγματος από την περιοχή του πυώδους εκκρίματος. Για τη θεραπεία και τη ριζική αντιμετώπιση της λοίμωξης συνιστάται χορήγηση κατάλληλης αντιβιοτικής αγωγής.

 

Μη Γονοκοκκική  Λοίμωξη

Αποτελεί λοίμωξη που δεν προκαλείται από το βακτήριο της N.gonorrhoea αλλά από διάφορους άλλους μικροοργανισμούς με κυριότερους ως προς τη συχνότητα : Clamydia trachomatis, Mycoplasma genitalium, τριχομονάδες του κόλπου, αναερόβια μικρόβια. Η περίοδος επώασης της νόσου είναι 10-30 ημέρες μετά την επαφή (κολπική, πρωκτική ή στοματική). Η κλινική εικόνα είναι παρόμοια με την εικόνα την γονοκοκκικής λοίμωξης (έκκριμα από την πάσχουσα περιοχή, δυσουρικά ενοχλήματα και περιουριθρική ενόχληση), ενώ αρκετά συχνά μπορεί να μην αναφέρονται συμπτώματα. Η διάγνωση της νόσου και η ταυτοποίηση του υπεύθυνου μικροβίου γίνεται με καλλιέργεια του εκκρίματος. Γενικά για τη θεραπεία της μη γονοκοκκικής λοίμωξης συνιστάται αντιβιοτική αγωγή.